προσανανεούμαι


προσανανεούμαι
-όομαι, Α
ανακαλώ κάτι εκ νέου στη μνήμη μου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προσ-* + ἀνανεῶ, -οῦμαι «ανακαλώ στη μνήμη μου, ξαναζωντανεύω»].

Dictionary of Greek. 2013.